ceb1cf80cebfcebbceb5ceb9ceb1ΜΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΟ ΠΕΝΘΟΣ

Μεγαλώνοντας χωρίς πατέρα: Οι ψυχολογικές επιπτώσεις στη ζωή του παιδιού”

Μελετώντας το μοντέλο του Kenneth Doka για το «Μη αναγνωρισμένο πένθος» κυρίως στην παιδική ηλικία, ιδιαίτερα στην περίπτωση του «Μη Αναγνωρισμένου Θρήνου, όταν η απώλεια δεν αναγνωρίζεται«, μπορούμε να διακρίνουμε το ψυχολογικό πρόβλημα που βιώνει ένα παιδί που μεγαλώνει χωρίς πατέρα, ένα παιδί με το στίγμα της διαφορετικότητας, που η κοινωνία δεν του αναγνωρίζει το δικαίωμα και την ανάγκη της αποδοχής αυτής της σοβαρής απώλειας και του πόνου, καθώς και τις ψυχολογικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτή η εμπειρία στη ζωή και την εξέλιξή του.

O Kenneth Doka γράφει ότι: «με τον όρο ‘Μη αναγνωρισμένο θρήνο‘ αναφερόμαστε στο θρήνο εκείνο που βιώνει το άτομο όταν υφίσταται μια απώλεια που δεν είναι ή δεν μπορεί να είναι κοινωνικά αποδεκτή. Αυτός ο θρήνος που βιώνεται «κρυφά» και δεν έχει κοινωνική αποδοχή και υποστήριξη.» Πολλές φορές η κοινωνία, οι άνθρωποι τριγύρω από το παιδί, ακόμα και πιο στενοί συγγενείς, φίλοι και η ίδια η οικογένεια δεν του αναγνωρίζουν το δικαίωμα, την ανάγκη να πενθήσει, να πονέσει για το χαμένο του πατέρα, τον πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ, και ούτε θα γνωρίσει ποτέ, γιατί όπως λένε: «είσαι παιδί και δεν πρέπει, δεν μπορείς να τον αποχαιρετήσεις, να τον πενθήσεις,» και έτσι είναι σαν να του λένε ότι δεν είναι ικανό να καταλάβει, να πονέσει, να θρηνήσει.

Ορισμένοι μελετητές του χώρου γράφουν ότι: «Τα παιδιά, δεν είναι ικανά να θρηνήσουν γιατί δεν έχουν την εξελικτική ωριμότητα να κατανοήσουν την απώλεια, άρα και το πένθος.» Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Το κάθε παιδί που μεγαλώνει & πονάει για τη πρακτική & συναισθηματική έλλειψη του πατέρα βιώνει ένα έντονο τραύμα, μόνο από αυτό, καθαυτό το γεγονός. Βέβαια η έλλειψη & το τραύμα γίνονται μεγαλύτερα όταν οι άλλοι του λένε, με λόγια αλλά & με τη συμπεριφορά τους και την κριτική τους στάση, ότι δεν έχει το δικαίωμα να πενθεί, να λέει ότι πονάει για τον πατέρα που του λείπει αφάνταστα, για τον πατέρα που δεν θα σφίξει ποτέ στην αγκαλιά του, για την λέξη «μπαμπά» που δεν θα πει ποτέ, για την προστασία και την ασφάλεια της πατρικής φιγούρας που δεν θα έχει ποτέ. Οι συγγενείς, τα κοντινά του πρόσωπα, τα πρόσωπα που φροντίζουν (υποτίθεται) για το καλύτερο του παιδιού, δεν του αναγνωρίζουν το δικαίωμα να πονέσει, να εκφραστεί και να μοιραστεί τον πόνο και το παράπονό του: Μεγαλώνει ακούγοντας, ακόμα και τα πιο στενά συγγενικά του πρόσωπα να του λένε: «Μα γιατί κλαις για τον μπαμπά σου, αφού δεν τον γνώρισες ποτέ» ή «Καλύτερα που δεν τον γνώρισες … έτσι και αλλιώς δεν ήταν και τόσο καλός» ή «Έτσι κι αλλιώς θα χώριζε τη μαμά σου και θα σας άφηνε μόνους» ή «Πολύ καλύτερα που πέθανε ο πατέρας σου όταν ήσουν τόσο μικρό φαντάσου τον πόνο που θα ένιωθες αν ήσουν πιο μεγάλο» ή αργότερα «Έλα τώρα που στεναχωριέσαι, αυτό έγινε πριν τόσα χρόνια θα έπρεπε να το έχεις ξεπεράσει ήδη» και τόσα πολλά «άστοχα» σχόλια που εκείνοι νομίζουν ότι το παρηγορούν και μειώνουν τον πόνο του, όμως όχι μόνο δεν το διευκολύνουν ,αλλά προσθέτουν και άλλο πόνο, στο βαθύ παράπονο και πόνο του παιδιού, γιατί είναι σαν να ακυρώνουν την ανάγκη και το δικαίωμά του να βιώσει τον πόνο για τον χαμένο του πατέρα, για το χαμένο κομμάτι του εαυτού του, σαν να αρνούνται, να ακυρώνουν τον αληθινό του εαυτό. Αυτό όμως συμβαίνει επειδή εκείνοι δεν αντέχουν να αντιμετωπίσουν τον έντονο, δίκαιο, δικό του πόνο, είναι ευκολότερο γι’ αυτούς να τον μειώνουν. Να μειώνουν, να «εξευτελίζουν» την ανάγκη και το δικαίωμά του να τον έχει, να τον κατέχει και να του επιτρέπουν να τον βιώσει όπως μπορεί και όπως έχει ανάγκη και ικανότητα σαν μικρό παιδί, που ίσως να μην έχει την εξελικτική, διανοητική ικανότητα και ωριμότητα να κατανοήσει την απώλεια αλλά έχει την ψυχική και συναισθηματική ικανότητα και τη διαίσθηση να την δεχτεί, να την βιώσει, να την πενθήσει, και να την κατανοήσει.

Είναι αλήθεια ότι τον πόνο της έλλειψης του πατέρα του τα πρώτα χρόνια της ζωής του το παιδί δεν τον θυμάται «πρακτικά- εμπειρικά» τόσο έντονα γιατί πέρα από τους συγγενείς που δεν αναγνωρίζουν τον πόνο του, έχει μια μητέρα που απλόχερα του δίνει τρυφερότητα, αγάπη, αφοσίωση, προσπαθώντας απεγνωσμένα να καλύψει το κενό, να είναι πατέρας και μητέρα, να του προσφέρει τα πάντα, όμως παρόλα αυτά απόλυτα το Κενό δεν μπορεί να καλυφθεί, γιατί όση αγάπη και κατανόηση και αν του δίνει η μητέρα παραμένει η συναισθηματική μνήμη της έλλειψης του πατέρα αλλά και αυτή καθαυτή η απουσία του. Παραμένει η μνήμη εκείνου του συναισθηματικού κενού, ότι κάτι σημαντικό του λείπει. Αυτή τη μνήμη τη νιώθει και τη θυμάται ιδιαίτερα όταν έρχονται οι άλλοι να του την κάνουν πιο έντονη και να του τη θυμίζουν. Ιδιαίτερα τη βιώνει μέσα από τον έντονο πόνο της ίδιας του της μάνας που βιώνει και η ίδια τον έντονο πόνο της έλλειψης εκείνου που αγάπησε, του πατέρα του παιδιού της, αλλά και του πόνου που του μεταφέρουν τα άλλα συγγενικά και φιλικά πρόσωπα που έχουν ανικανότητα σωστού χειρισμού της απώλειας και του πένθους.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός ενήλικα που υπήρξε τέτοιο παιδί και θυμάται: “Υπάρχουν ορισμένες σκηνές που θα μείνουν έντονα χαραγμένες στο μυαλό και στην ψυχή μου για πάντα, όπως όταν ήμουν 4χρονών και η εξαδέλφη μου που παίζαμε μαζί, έτρεχε να αγκαλιάσει τον πατέρα της μετά από το παιχνίδι μας και κούρνιαζε στην αγκαλιά του κι εγώ θυμάμαι αυτό το κοριτσάκι που ήμουν τότε με γουρλωμένα μάτια να την κοιτάζω, με ένα σφίξιμο στο στομάχι και με κάποια ζήλια να κοιτάω, νιώθοντας το «γνωστό» κενό που ίσως ήταν το συναίσθημα της έλλειψης αυτής της «ζεστής, σίγουρης αγκαλιάς» του πατέρα που εγώ ήξερα διαισθητικά ότι ποτέ μου δεν θα βίωνα. Ή λίγο μεγαλύτερη 5χρονών θυμάμαι το παιχνίδι που μου έδινε μεγάλη ευχαρίστηση, ήταν να πηγαίνω μπροστά στον καθρέφτη της εισόδου του σπιτιού μας και να κάνω πρόβες, παίζοντας θέατρο, μέσα στο φανταστικό ιδανικό μου κόσμο και να επαναλαμβάνω πολλές φορές τη λέξη «Μπαμπά» με διαφορετικές φωνές, στάσεις, τονισμούς και υποκρινόμενη ότι τον βλέπω και εκείνος με βλέπει. Το έκανα για να δω πως είναι να λες αυτή τη λέξη που την λέγανε όλα τα άλλα παιδιά κι εγώ δεν την έλεγα και δεν θα την έλεγα ποτέ. Τόσες φορές έλεγα την λέξη «Μπαμπά» στον καθρέφτη που γινόμουν κουραστική και μου έλεγαν να σταματήσω. Και τότε εγώ πήγαινα στο δωμάτιό μου, μόνη μου και συνέχιζα να ζω μέσα στον φανταστικό μου κόσμο, με φανταστικούς γονείς, με φανταστικές φίλες, υπό φανταστικές συνθήκες, με φανταστικές «σίγουρες» αγκαλιές. ΕΚΕΙ, μόνο τότε ήμουν γεμάτη, ευτυχισμένη, ήμουν ΕΓΩ. Τότε σε εκείνον τον φανταστικό, ιδανικό κόσμο, συναντούσα τον ιδανικό μπαμπά και αισθανόμουν ευτυχισμένη, γεμάτη και ασφαλής, τότε και μόνο τότε έφευγε το κενό.”

 Συνεχίζει:” Ακόμα θυμάμαι μια άλλη εμπειρία και σαν κοριτσάκι 7-8χρονών που ήθελα να παίζω με τα ξαδέλφια και τις φίλες μόνο καταστροφές και θανάτους και πως ήθελα πάντα οι κούκλες μου ή εγώ να πεθαίνουμε και οι άλλοι να μου κάνουν κηδεία, και τότε να μ’ αγαπούν και να μ’ αποχαιρετούν κι εγώ να κλαίω και να το ευχαριστιέμαι, και η εξαδέλφη μου να λέει: «Αμάν πια βαρέθηκα να παίζουμε τραγικά παιχνίδια μαζί. Όλο κάποιος θέλεις να πεθαίνει κι εσύ να τον κλαις, δεν παίζω μαζί σου άλλο, κουράστηκα, βαρέθηκα.» Και είχε δίκαιο, αλλά εγώ θυμάμαι μου άρεσαν πολύ αυτά τα παιχνίδια με τον πόνο, είχα σαν ένα εθισμό σ’ αυτά , και αντλούσα μια παράξενη χαρά, ικανοποίηση, και ένιωθα ότι δικαιωνόμουν και έβρισκα αναγνώριση και παρηγοριά. Ίσως γιατί εκεί μόνο είχα το δικαίωμα να θρηνήσω, να πονέσω αυτόν τον συγκεκριμένο αλλά και μη κατανοητό, πόνο της ψυχής.”

Μία συμπληρωματική μαρτυρία είναι: “Θυμάμαι επίσης εκείνα τα χρόνια μέσα στον πόνο μου για τον πατέρα μου, είχα και τον έντονο φόβο που ένιωθα κάθε φορά ότι θα χάσω και την μαμά μου η οποία ήταν άρρωστη και πάντα θλιμμένη για πολλά χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα μου. Της ζητούσα θυμάμαι να μου υποσχεθεί ότι δεν θα μ’ αφήσει, ότι δεν θα έφευγε και εκείνη. Αλλά μεγαλώνοντας, θυμάμαι την ανασφάλεια, και το φόβο, και πάλι το αίσθημα του ΚΕΝΟΥ ότι θα μ’ αφήσει και εκείνη. Παρόλο που πρακτικά η μητέρα μου ήταν πάντα δίπλα μου γεμάτη αγάπη και αφοσίωση, εγώ μεγάλωνα με το φόβο ότι θα τη χάσω ή θα φύγει έτσι ξαφνικά και εκείνη και τότε τι θα έκανα; Ίσως γιατί η μητέρα μου με το δικό της πόνο, μου τον μετέδιδε και προσέθετε ακόμα πιο πολύ στον δικό μου. Και δίπλα στο δικό μου πόνο και κενό προστίθετο και ο δικός της αλλά και η ανασφάλεια ότι αν και αυτή φύγει τι θα συμβεί σε μένα; Θυμάμαι 7 χρονών το δώρο που της ζήτησα για τα γενέθλιά μου, αφού φορούσε όλα αυτά τα χρόνια μόνο μαύρα, ολόμαυρα, γιατί πενθούσε τον πατέρα μου για 6 ολόκληρα χρόνια. Στα 7 μου της ζήτησα στα γενέθλιά μου να φορέσει έστω για μια ολόκληρη μέρα μια κατακόκκινη μπλούζα. Μόνο για μια μέρα!! και αυτή το έκανε και τα συναισθήματα της χαράς, της ικανοποίησης, της Ζωής που ένιωσα ήταν τόσο έντονα, που ακόμα τα θυμάμαι και τα συναισθήματα μου και το γεγονός με κάθε λεπτομέρεια. Γιατί για μια μέρα η μαμά μου ήταν σαν όλες τις άλλες μαμάδες κι εγώ μέσα από εκείνο το κόκκινο είχα μερτικό και εγώ στη χαρά και στη ζωή. Γενικά θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια το μαύρο χρώμα τόσο έντονα. Το είχα βαρεθεί. Το έβλεπα συνέχεια. Το είχα ταυτίσει με τα παιδικά μου χρόνια. Στα ρούχα της μαμάς, της γιαγιάς, τριγύρω, στα βλέμματα γύρω, έβλεπα μαύρο και πόνο. Ακόμα και σήμερα αν μου ζητούσαν να ζωγράφιζα τα χρόνια εκείνα, το κυρίαρχο χρώμα της ζωής μου ήταν το μαύρο… αλλά και εκείνο το κόκκινο της μιας μέρας. Ίσως το κόκκινο εκείνης της μέρας συμβόλιζε την ανάγκη μου για ζωή, για το ξεπέρασμα το πόνου, για τη συνέχιση, για το δικαίωμα στη ζωή. Γι’ αυτό και από εκείνη την ημέρα με εκείνη την «μπλούζα» , άλλαξαν πολλά πράγματα στη ζωή μας, γιατί ίσως η μητέρα μου κατανόησε την ανάγκη μου για ζωή, για χαρά, για το ξεπέρασμα του πόνου, και σταμάτησε τόσο αυστηρά να πενθεί και να δείχνει ότι πονάει. Βέβαια συνέχισε να πονά και να πενθεί σιωπηρά, κι εγώ το καταλάβαινα, το διαισθανόμουν… & ψυχολογικά με στιγμάτιζε…..& ίσως ακόμα με στιγματίζει σαν ενήλικη γυναίκα….”

Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι το συναίσθημα του ΚΕΝΟΥ που είναι πολύ έντονο στο παιδί που δεν έχει γνωρίσει τον πατέρα του, διότι εκείνος πέθανε πρόωρα, πριν ακόμα αποκτήσει κάποια συγκεκριμένη εικόνα και μνήμη δική του (ούτε θετική, ούτε αρνητική), παίρνει τη θέση του πατέρα του. Η λέξη πατέρας είναι (και θα είναι) πιο επώδυνη για εκείνο γιατί αντιστοιχεί με το ΚΕΝΟ, με το Ασαφές, με το Αβέβαιο, ούτε καλό, ούτε κακό, ούτε θετικό, ούτε αρνητικό. Αντί για ένα συγκεκριμένο σύνολο εικόνων και συναισθημάτων, θετικών και αρνητικών που έχουν άλλα παιδιά για τον πατέρα τους, το συγκεκριμένο παιδί στην εικόνα του πατέρα έχει και θα έχει μια αποσπασματική (fragmented) εικόνα ή ενός κενού ή της εξιδανικευμένης εικόνας του από τη μητέρα του ή των μπερδεμένων, αβέβαιων, σχολίων και περιγραφών των άλλων που του τον περιγράφουν και που του μεγαλώνουν το κενό και τον πόνο.

Μελλοντικά το παιδί θα θυμάται εκείνο το κενό και πόσο μπερδεμένο υπήρξε από τις ασαφείς πληροφορίες γύρω από τη ζωή, την προσωπικότητα, τον θάνατο του πατέρα του αλλά και γενικά γύρω από το θάνατο, το πως φεύγουν οι άνθρωποι, που πηγαίνουν, γιατί μας αφήνουν, για το ποιος ήταν ο δικός του ο πατέρας, που πήγε, γιατί το άφησε. Θα έχει πάντα αυτή την απορία: ΓΙΑΤΙ αυτοί που μας αγαπούν φεύγουν και μας αφήνουν έτσι μόνους, ανασφαλείς, ακάλυπτους, ΚΕΝΟΥΣ, υλικά, συναισθηματικά, ψυχικά, πνευματικά; Γιατί το άφησε ο δικός του ο μπαμπάς; Γιατί αφού ήταν τόσο καλός και το αγαπούσε; Γιατί άφησε την μητέρα του και το ίδιο «μόνους, απροστάτευτους, κενούς»;

ΤΟ «ΓΙΑΤΙ;» Το «ΠΑΡΑΠΟΝΟ», Η «ΑΔΙΚΙΑ» είναι από τα πιο αγαπημένα του ερωτήματα σαν παιδί.

  • Γιατί μαμά δεν έχω μπαμπά;
  • Γιατί είμαι διαφορετικός/ή από τα άλλα παιδιά;
  • Γιατί ο δικός μου ο μπαμπάς έπρεπε να φύγει;
  • Μήπως μας άφησε γιατί έφταιγες εσύ μαμά;
  • Έφταιγα εγώ μήπως; Έκανα κάτι που δεν έπρεπε;
  • Δεν ήμουν άραγε αρκετά καλός/ή;
  • Μπορώ να κάνω κάτι τώρα και να τον φέρω πίσω; Να γίνω καλύτερος/η, ίσως αν γίνω τέλειος/α θα ξαναγυρίσει;

 Και βέβαια μια ζωή προσπαθεί να είναι το τέλειο παιδί, ο/η τέλεια μαθητής/τρια μήπως μέσα από την τελειότητα, υποσυνείδητα, κάνει τη μαμά του ευτυχισμένη, δικαιωμένη, φέρει ένα χαμόγελο στα χείλη της, ένα χαμόγελο στη ζωή τους, μήπως αλλάξουν τα πράγματα, «μήπως και τους λυπηθεί ο Θεός» και γίνει κάποιο «θαύμα» και εκείνος γυρίσει πίσω. Μήπως καλύψει εκείνο το ΚΕΝΟ. Και βέβαια πάντα το θαύμα δεν γίνεται ποτέ, όλα καταλήγουν σε αποτυχία και το ΚΕΝΟ παραμένει και μεγαλώνει και οι προσευχές του δεν ακούγονται και μένει με περισσότερο παράπονο, θυμό και κενό που η τελειότητά του δεν είναι αρκετή, που το ίδιο δεν είναι αρκετό.

Η περιγραφή συνεχίζεται: “Επίσης θυμάμαι και στην πρώτη δημοτικού, την πρώτη μέρα που πήγα και ήμουν χαρούμενη, ενθουσιασμένη που θα πήγαινα σχολείο. Τη δασκάλα στην τάξη, που η μητέρα μου της είχε μιλήσει για την «ιδιαίτερη περίπτωσή» μου και πως θα έπρεπε να με προσέξει, και αυτή μπαίνοντας στην τάξη και διαβάζοντας τα ονόματα των παιδιών, ρώτησε την τάξη (να θυμίσω πως ήταν το έτος 1972) «Για να σηκωθεί να δω ποιο είναι το κοριτσάκι που δεν έχει μπαμπά» και θυμάμαι ακόμα πως ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται, την αναπνοή μου να σταματά και την καρδιά μου να βγαίνει από τη θέση της, που έπρεπε να σηκωθώ σε μια τάξη με ξαφνική νεκρική σιγή κοιτάζοντας τα 30 γυρισμένα ζευγάρια μάτια των νέων συμμαθητών μου να με κοιτούν όχι με κακία αλλά με περιέργεια, απορία, και ασάφεια, αβεβαιότητα, (πάλι κενό), και από κείνη την στιγμή και για πολλά χρόνια προστέθηκε και το συναίσθημα της ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, στην ΕΛΛΕΙΨΗ και το ΚΕΝΟ που είχα νιώσει. Μεγάλωνα και ήμουν το κοριτσάκι που δεν είχα μπαμπά και μερικές φορές γινόμουν «ΚΑΛΑ» ξεχωριστή και άλλες «ΚΑΚΑ» ξεχωριστή, αλλά πάντα διαφορετική από τα άλλα παιδιά, γιατί κάτι μου έλειπε γιατί δυστυχώς στην τάξη μου δεν υπήρχε κανένα άλλο παιδάκι χωρίς μπαμπά. Έτσι συνεχίστηκε μέχρι και την 5η Δημοτικού που μια συμμαθήτριά μου έχασε και αυτή τον πατέρα της. Και εγώ σταμάτησα να είμαι ΜΟΝΗ και όσο και αν ακούγεται σκληρό, χάρηκα που και αυτή δεν είχε τον μπαμπά της, γιατί σταμάτησα να είμαι μόνη και διαφορετική. Είχα με κάποιον άλλο να μοιράζομαι την διαφορετικότητα και έτσι για λίγο, παροδικά, μειώθηκε η μοναξιά και το κενό και με βοήθησε πολύ ότι μπορούσα να της μιλήσω και να μοιραστούμε τα ίδια συναισθήματα και τον ίδιο πόνο, το ίδιο ΚΕΝΟ (και το κενό μειώνεται όταν το μοιράζεσαι έστω και παροδικά).”

Επομένως για το παιδί που μεγαλώνει χωρίς πατέρα, ίσως το πιο σκληρό βίωμα είναι ο πόνος της διαφορετικότητας. Είναι δύσκολο και σκληρό να είσαι διαφορετικός/ή από μικρό παιδί. Τα χειρότερα βιώματα είναι η διαφορετικότητα στην παιδική ηλικία, το κενό της έλλειψης και η άρνηση του δικαιώματος και της ανάγκης του να κλάψει, να φωνάξει, να πει: «Δεν έχω τον πατέρα μου, δεν τον γνώρισα ποτέ, δεν θα τον γνωρίσω και αυτό με πονάει, με πονάει αβάσταχτα και έχω δικαίωμα και ανάγκη να το νιώσω, να το βιώσω, να το μοιραστώ και εσείς πρέπει να μου το αναγνωρίσετε και να με αφήσετε στην ησυχία μου με τις ψεύτικες παρηγοριές σας που μου προσθέτουν πιο πολύ πόνο και κενό παρά παρηγοριά.» Ίσως αυτά είναι τα λόγια που το μικρό παιδί, πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο θα ήθελε να πει και να εκφράσει.

Ο Dr. Kenneth Doka γράφει ότι: «Όταν το παιδί δεν εκφράσει τον πόνο του, τον πόνο της απώλειας, δεν θρηνήσει και παραμείνει «μη αναγνωρισμένος», μη εκφρασμένος επαναλαμβάνεται στη ζωή του αργότερα πολλές φορές«. Αυτό έχει αμφισβητηθεί όχι μόνο από την κοινωνία αλλά και από μελετητές και ειδικούς του χώρου, αλλά ένας άνθρωπος που έχει βιώσει αυτό το τραύμα θα μπορούσε, καταθέτοντας την εμπειρία του να ισχυριστεί με βεβαιότητα και να επιβεβαιώσει ότι το «κρυφό μη αναγνωρισμένο τραύμα» επαναλαμβάνεται συνέχεια με την μία ή την άλλη μορφή γιατί έχει ανάγκη να εκφραστεί, γιατί ο πόνος έχει ανάγκη να καθαρθεί και μέχρι να γίνει αυτό, επαναλαμβάνεται και προσθέτει ακόμα πιο πολύ πόνο.

Αναμφισβήτητα, η αρχική απώλεια ενός παιδιού το επηρεάζει στις αποφάσεις που θα πάρει αργότερα για τη ζωή και την καριέρα του, γι’ αυτό πολλές φορές επιλέγει ένα επάγγελμα μέσα από το οποίο μπορεί να εκφράσει το μπλοκαρισμένο του πόνο σε όλα τα επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά ο πόνος της παιδικής του ηλικίας, όσο κι αν το έχει δουλέψει, το ακολουθεί και μερικές φορές νιώθει ότι το «στοιχειώνει» ,που έχει την ανάγκη να αναγνωρισθεί και να πενθηθεί , να αποχαιρετισθεί και να θαφτεί για να ηρεμήσει, & η μνήμη του εκλιπόντος να απελευθερωθεί και να συνεχίσει να ζει, να έχει δικαίωμα στη χαρά, στη ζωή, στη δημιουργία αφού όμως πια θα το έχει «τακτοποιήσει», θα το έχει αποχαιρετήσει και θα έχει σταματήσει να το κουβαλάει μαζί του, μέσα του, σε κάθε καινούργια χώρα, σε κάθε καινούργιο σπίτι, καινούργια δουλειά και καινούργια σχέση.

Ίσως αν το παιδί ή έφηβος & αργότερα ενήλικος, είχε δουλέψει την απώλεια, αν την είχε θρηνήσει, αν τελικά είχε βιώσει «τη διαδικασία αποδοχής» της απώλειας σαν μια σκληρή και επώδυνη αλλά αντιμετωπίσιμη και αναγκαία πραγματικότητα, να την είχε πιο νωρίς ξεπεράσει και θα είχε συνειδητοποιήσει ότι ο πόνος, η απώλεια δεν έχει πιο μεγάλη δύναμη από αυτό αλλά το ίδιο έχει πιο μεγάλη δύναμη από αυτή άρα και τον έλεγχο της ζωής του. Αυτά μπορεί να τα συνειδητοποιήσει μεγαλώνοντας, μόνο όταν με αρκετή δουλειά & θεραπεία δώσει στον εσωτερικό του εαυτό και στο παιδί που ζει μέσα του το δικαίωμα να πενθήσει και να προχωρήσει.

Τότε και μόνο τότε θα μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του συμβιώνοντας με τον πόνο, γιατί τον πόνο του θανάτου δεν τον ξεπερνάς ποτέ (γιατί είναι ο πιο βαθύς, απόλυτος, μη αναστρέψιμος πόνος) αλλά μαθαίνεις να ζεις μαζί του, ελέγχοντάς τον, κατανοώντας τον, κοντρολάροντάς τον, άρα και κατακτώντας τον.

Έτσι και μόνον έτσι το άτομο θα μπορέσει (καθώς και όλα τα άτομα που έχουν βιώσει ίδιο πόνο) να ξανακτίσει μια καινούργια ζωή και να νιώσει ότι έχει δικαίωμα στη χαρά, στη ζωή, στις σχέσεις χωρίς τα φαντάσματα, τις τύψεις, ενοχές, πόνους του παρελθόντος και να είναι ελεύθερο, δυνατό, συνειδητοποιημένο για το τι αξίζει και πως να το πραγματοποιήσει και να το κατακτήσει και να πιστέψει ότι είναι άξιο να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ίσως να είναι αυτό που έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης «ότι ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσεις το κενό είναι να βουτήξεις μέσα σ’ αυτό«.

            Εν κατακλείδι μέσα από αυτή την εμπειρία το παιδί μαθαίνει το πιο σημαντικό ΜΑΘΗΜΑ- ΒΙΩΜΑ της ζωής του, ότι την ευτυχία (όπως την εννοεί ο καθένας σαν ψυχική ηρεμία ή σαν πληρότητα) τη βιώνεις όταν ξεθάβεις και αναγνωρίζεις τον αληθινό σου εαυτό, αντιμετωπίζοντας το κενό και τον πόνο της απώλειας, αφήνοντας πίσω τα φαντάσματα του παρελθόντος, και μαθαίνοντας να βαδίζεις μπροστά με την τόλμη, τη δύναμη και την αισιοδοξία που διαθέτεις, προς το Φως της Ζωής, της ψυχής σου που είναι εκεί, [ήταν πάντα εκεί] και σε περιμένει.

Share